Movie Time: Μαζί ή τίποτα – Aus dem Nichts του Fatih Akin

Μαζί ή τίποτα (Aus dem Nichts, Γερμανία-Γαλλία 2017) του Fatih Akin
με τους Diane Kruger, Ulrich Tukur, Johannes Krisch, Denis Moschitto, Numan Acar

Όσοι παρακολουθούν τον κινηματογράφο του Φατίχ Ακίν ξέρουν πως ορισμένες σταθερές διατρέχουν όλες τις ταινίες του ή σχεδόν, όπως το μεγάλο και δυσεπίλυτο πρόβλημα της ενσωμάτωσης των Τούρκων (και όχι μόνο) κατοίκων της Γερμανίας, η γκετοποίηση, τα ήθη, η ξενοφοβία, ακόμα και η θάλασσα, που μοιάζει τόσο αδιάφορη απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα και στον θάνατο (Η άκρη του ουρανού, 2007), όπως δείχνει η τελευταία σκηνή κι αυτής της πολιτικής ταινίας που αποτελεί μια σπουδή στο δίκιο και στο άδικο και στην εκδίκηση και νιώθουμε έναν κόμπο στον λαιμό κοιτάζοντας την υπέροχη ελληνική γαλάζια θάλασσα των διακοπών, στο βάθος του πεδίου όπου συντελείται ο επίλογος στο δράμα της ηρωίδας.

«Εμπνεύστηκα την ταινία μου από αληθινά γεγονότα, θέλησα οι θεατές να πιστέψουν αυτό που δείχνεται στην οθόνη. Αισθάνομαι μια αλλαγή σε όλη την Ευρώπη και σ’ όλον τον κόσμο. Η παγκοσμιοποίηση φοβίζει πολλούς· αυτός ο φόβος, παγκοσμιοποιημένος κι ο ίδιος, αναγκάζει τους ανθρώπους να αναδιπλωθούν στον εαυτό τους και ν’ απορρίψουν τον άλλον», έχει πει ο σκηνοθέτης. Τα γεγονότα όλοι τα θυμόμαστε: ένα νεοναζιστικό γκρουπούσκουλο σκότωσε στη Γερμανία μεταξύ των ετών 2000 και 2011 οκτώ Τούρκους μετανάστες, έναν Έλληνα μετανάστη και μία αστυνομικό.

Ο Νουρί εξέτισε την ποινή για το μπλέξιμο του σε ναρκωτικά, σπούδασε μέσα στη φυλακή, αποφυλακίστηκε κι επανεντάχθηκε. Άνοιξε ένα ταξιδιωτικό γραφείο σε τουρκική γειτονιά του Αμβούργου. Ασχολείται επίσης με μεταφράσεις. Ο γάμος του με την Κάτια, μια κατάξανθη Ἀρια που γνώρισε κατά τη διάρκεια μιας «συναλλαγής» τελέστηκε μέσα στη φυλακή. Απέκτησαν έναν γιο. Η Κάτια τους λατρεύει, αποτελούν οι τρεις τους μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ώσπου μια βόμβα στο κτήριο που στεγάζει το γραφείο του Νουρί σκοτώνει τον ίδιο και τον γιο τους, η Κάτια χάνει τους ανθρώπους και την ευτυχία της κι επιστρέφει στα ελαφριά ναρκωτικά (της προμηθεύει ο δικηγόρος της, όταν χρειάζεται). Επιχειρεί ν’ αυτοκτονήσει, μαθαίνει ότι η έκρηξη οφείλεται στην ενέργεια ενός ζευγαριού νεοναζιστών κι αποφασίζει να τους εναγάγει. Τι κι αν ο δικηγόρος της παρουσιάζει αποδείξεις ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης από την Ελλάδα ψεύδεται (κι αυτός νεοναζί), τι κι αν ο πατέρας του εναγομένου δηλώνει την ιδιότητα του γιου του, την οποία ο ίδιος αποστρέφεται. Το δικαστήριο θα τους απαλλάξει και θα πάνε στην Ελλάδα για διακοπές.
Τόσο η αστυνομία, όσο και οι δικαστές, οι γονείς της, ο συνήγορος των κατηγορουμένων προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τον νεκρό Νουρί, ο οποίος πιστεύουν πως εξακολουθούσε να έχει σχέσεις με τον υπόκοσμο. Η καχυποψία προς τον «διαφορετικό» ακόμα κι όταν είναι θύμα, αντανακλά κοινωνικές και εθνικές προκαταλήψεις: εμπόριο ναρκωτικών, τρομοκρατία, εγκληματική δράση απορρέει από τους άλλους, από εθνοτικές μαφίες, όχι εξ ημών. Σαν να μην έφθανε αυτό, οι γονείς του Νουρί την κατηγορούν ότι δεν μεγάλωνε σωστά τον γιο της, εκείνη φταίει που έχασαν το εγγόνι τους κι απαιτούν να ταφεί στην Τουρκία.
Της ίδιας η μαρτυρία για την ύποπτη που είδε έξω από το κτήριο πριν από το χτύπημα δεν λαμβάνεται υπόψη, δεδομένου ότι η Κάτια είναι επιρρεπής στα ναρκωτικά. Ο αστυνομικός μάλιστα την είχε ρωτήσει αν η γυναίκα που είδε είχε μελαμψό δέρμα. «Ήταν Γερμανίδα όσο είμαι κι εγώ», η απάντηση που του έδωσε. Διότι οι δολοφόνοι είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Νοικιάζουν τροχόσπιτο, πηγαίνουν διακοπές, κάνουν τζόκινγκ το πρωί. Απερίγραπτη είναι η κυνικότητά τους στο δικαστήριο, με το βλέμμα ψυχρό σαν τον θάνατο που έσπειραν.


Η ταινία παρακολουθεί τις φάσεις της πορείας της Κάτιας από την ευτυχία στην απόλυτη δυστυχία κι από την απογοήτευση απέναντι στους θεσμούς στην απόφαση για αυτοδικία. Ίσως η κατάληξη να ήταν διαφορετική, αν δεν υπήρχε η ένοχη σιωπή και η τυφλότητα στη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας. Γιατί τίποτε δεν διορθώνεται, κανένα πρόβλημα δεν λύνεται, οι σκοτωμένοι δεν γυρίζουν πίσω και το κορυφαίο θέμα της δικαιοσύνης δοκιμάζει με ειρωνεία τον πολιτισμό μας, όταν αθωώνονται ναζιστές τρομοκράτες που ανατινάζουν κτήρια κι ανθρώπους.
Αλλά και η κοινωνία δεν συγχωρεί, δεν είναι διατεθειμένη να ξεχάσει τα παραστρατήματα κάποιων ανθρώπων, μ’ όλο που επανέκαμψαν στην κοινωνική «ορθότητα» όπως η ίδια την ορίζει, και τους αρνείται την ευτυχία, τους κρίνει αγνοώντας τη δική της υποκρισία.
Τα νυχτερινά πλάνα με την Κάτια να βρέχεται ως το κόκκαλο που δημιουργούν ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ, τα υποφωτισμένα εσωτερικά που υπογραμμίζουν τον ζόφο στην ψυχή μιας γυναίκας που έχασε για πάντα τα στηρίγματα της ευτυχίας της, το άψογο χωρίς ακροβασίες στόμφου παίξιμο της Ντιάνε Κρούγκερ που βαδίζει τα σκοτεινά μονοπάτια μιας ψυχής που αρρώστησε, δημιουργούν ένταση και αγωνία από την αρχή ως το τέλος. Αναμενόμενη επομένως η τραγωδία η βγαλμένη από το πουθενά, από την ιστορία ενός εγκλήματος με ρατσιστικά κίνητρα που μετατρέπεται σε μια ιστορία εκδίκησης. Η οποία παρασέρνει στην άβυσσο και την εκδικήτρια, όσο κι αν έλκει τη συμπάθεια και τον έλεον του θεατή.

https://youtu.be/kk5e-lvomDk

 

Η Μαρία Πάλλα είναι ιστορικός και συγγραφέας. Έχει εκδώσει δύο βιβλία τα οποία είναι οι “Απώλειες” (διηγήματα) και η “Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα” (μυθιστόρημα). Επίσης μόλις κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της “Οι Αρχάριες”. Παράλληλα στο διαδίκτυο έχουν δημοσιευθεί διάφορα διηγήματα και νουβέλες της.

 

You May Also Like

Δεν Υπάρχουν Σχόλια