Η Mπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς

Η μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς (The Ballad of Buster Scruggs, Η.Π.Α. 2018)
των Ethan & Joel Coen
με τους Liam Neeson , James Franco, Brendan Gleeson, Zoe Kazan, Tim Blake Nelson

Σπονδυλωτή ταινία αποτελούμενη από έξι ιστορίες που τις συνδέει ο χωροχρόνος (κατάκτηση της Άγριας Δύσης), ένα γουέστερν-σπουδή πάνω σε αυτό το κινηματογραφικό είδος και σε ό,τι ενσάρκωνε: το πιστολίδι, τα άνυδρα τοπία, τα σαλούν, την αναζήτηση χρυσού, τη σκόνη, τις λάσπες, τα τραγούδια μεθυσμένων ή ξεμέθυστων, τα καλπάζοντα άλογα με τους αγέρωχους αναβάτες τους.

Στην εισαγωγή τα γράμματα πέφτουν πάνω σ’ ένα βιβλίο που ανοίγει στη δεύτερη σελίδα, όπου αριθμούνται τα περιεχόμενα–τίτλοι των ιστοριών. Το πέρασμα από τη μία ιστορία στην άλλη σημειώνεται με το καδράρισμα της πρώτης σελίδας κάθε κεφαλαίου δείχνοντας μια εικόνα, τον τίτλο και ένα μικρό απόσπασμα-φράση από το κείμενο (σενάριο) της κάθε ιστορίας. Η απαλή μελωδία της κιθάρας γεμάτη από τη (συγκινημένη, όχι νοσταλγική) ματιά των αδελφών Κοέν πάνω σ’ όλα αυτά που θα παρακολουθήσουμε, έρχεται σε αντίθεση με τη βία που διαπερνά τις ιστορίες. Έχουμε τους τίτλους «Η μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς» (The ballad of Buster Scruggs), «Εξοστρακίστηκε!» (Near Algodones), «Πηγή εισοδήματος» (Meal ticket), «Το ολόχρυσο φαράγγι» (All gold Canyon), «Το κορίτσι που τρομοκρατήθηκε» (The gal who got rattled), «Τα θνητά λείψανα» (The mortal remains).

Σε τρεις από τις ιστορίες οι επίδοξοι πιστολέρος θερίζονται από άλλους δυνατότερους. Αλλά και στις τρεις όπου δεν έχουμε καουμπόικη ίντριγκα καθ’ εαυτήν, οι ήρωες καταλήγουν στον θάνατο, τον μόνο κυρίαρχο, που έχει την τελευταία λέξη· στην τελευταία ιστορία-αλληγορία οι επιβάτες της άμαξας σταματούν σ’ ένα ξενοδοχείο που θα τους περάσει από τον εδώ κόσμο στον άλλο. Όλες οι ιστορίες έχουν απροσδόκητη κατάληξη και σταματούν σε μια στιγμή που εκπλήσσει αφήνοντας μια γλυκειά και πικρή μαζί γεύση. «Το κορίτσι που τρομοκρατήθηκε» αποβαίνει η συγκλονιστικότερη, γιατί ενώ θα μπορούσε να έχει αίσιο τέλος, κλείνει μ’ έναν τρόπο καθόλου αναμενόμενο και οπωσδήποτε τραγικό.

Σ’ αυτήν την άγρια Δύση όπου οι άγριοι άνθρωποι περισσεύουν, όπου το νερό είναι λιγοστό κι ο θάνατος παραμονεύει κάθε στιγμή, όπου ο περιπλανώμενος θιασάρχης δεν διστάζει να θυσιάσει τον ηθοποιό του για μια θαυματουργή κότα που θα κόψει περισσότερα εισιτήρια, όπου η θέση της γυναίκας είναι απίστευτα θλιβερή σ’ αυτήν την κοινωνία της συναλλαγής, σ’ αυτό λοιπόν το Φαρ Ουέστ ωστόσο υπάρχει χώρος για να εκδηλωθεί η αγνότερη ανθρωπιά, απέναντι στον άνθρωπο, στα ζώα, στη φύση την ίδια: ο πιστολέρο που απευθύνεται με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα στο άλογό του τραγουδώντας το τραγούδι του νερού, η εικόνα που βλέπει ο καταδικασμένος πριν την εκτέλεση, μια όμορφη κοπέλα – δώρο για να πάρει μαζί του ως τελευταία εικόνα, η νεαρή αρραβωνιασμένη που πηγαίνοντας να βρει το εγκαταλελειμμένο σκυλί μαζί με τον οδηγό του καραβανιού στις απέραντες πεδιάδες του Όρεγκον, στην ουσία πηγαίνει να συναντήσει τη μοίρα της.

Εξαίσια μουσική, υπέροχα παραδοσιακά τραγούδια και πολλά έντεχνα θαυμάσια ερμηνευμένα, όπως το τραγούδι του κάου-μπόι με το οποίο προοικονομεί το τέλος που τον περιμένει και που ταυτόχρονα γίνεται στερνό όταν βγάζει φτερά αφήνοντας τον κόσμο· «Όταν αλλάζει ο κάου-μπόι τα σπιρούνια με φτερά/βαίνω προς τη δόξα/όχι άλλο πέρα-δώθε/αφήνω τα όπλα μου/Θα σας δω όλους εκεί/και θα κουνάμε τα κεφάλια μας για τις κακίες από τα παλιά». Απολαμβάνει κανείς την ομορφιά των κειμένων, τόσο των ποιητικών που ο περιπλανώμενος χωρίς χέρια και χωρίς πόδια ηθοποιός απαγγέλλει, όσο και των πεζών στον κορμό της αφήγησης: «Η ποιότητα του ελέους δεν εκβιάζεται, πέφτει σαν ήπια βροχή από τα ουράνια», «Και μέσα στο σάρωμα της γης σημάδι ανθρώπινο δεν είδε ούτε τέχνημα ανθρώπου».

Ομοίως, τα καθηλωτικά τοπία· σ’ αυτό το γουέστερν πράσινα λιβάδια, ποτάμια, βουνά, ουρανός κι ορίζοντες που εναλλάσσονται με τα κατάξερα φαράγγια γεμίζουν την οθόνη με ομορφιά. Φύση και ζώα συμμετέχουν, κάποτε πρωταγωνιστώντας στη σκηνή. Μια κουκουβάγια κι ένα ελάφι παρατηρούν απορημένα τη φρεσκοσκαμμένη γη με την οποία έχει σκεπάσει ο χρυσοθήρας τον κάου-μπόι που μόλις έχει σκοτώσει. Αλλά κι αυτός θα πεθάνει με τη σειρά του κι ούτε που του περνάει από το μυαλό ότι ο άνθρωπος αποτελεί μέρος μόνο της φύσης και είναι μάταιο να επιχειρεί να την καθυποτάξει.

Παρακολουθούμε μια ανθολογία γουέστερν με έξι πτυχές σε διαφορετικούς τόνους, εκ των οποίων εκάστη μοιάζει να προσεγγίζει τις ποικίλες όψεις αυτής της πλημμυρισμένης στη σκόνη εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκε η Αμερική. Μια ταινία ευρηματική, πολύ κοντά στην παρωδία, που κλείνει το μάτι σε όλη εκείνη την οπτική και τη φιλοσοφία που παρήγαγε αυτό το κινηματογραφικό είδος, με τον ίδιο τρόπο που το επιχείρησε παλιά (1992) ο Κλιντ Ίστγουντ, άλλος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής κι αυτός. Πρόκειται για έναν στοχασμό πάνω στη ζωή και τη συντομία της, τη μοίρα και τα παιχνίδια της, την ματαιότητα και την ακύρωση. Μελαγχολική, κωμική, ρομαντισμός και συμβολισμός στο ύφος των αδελφών Κοέν, (τραγικά) ειρωνικό, σατιρικό, καυστικό ίσως και δηκτικό απέναντι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία και αλαζονεία, αλλά και με συμπάθεια και κατανόηση προς εκείνους που διαπράττουν μοιραία λάθη αντίθετα προς τη θέλησή τους. Η όλη προσπάθεια με ποιητική διάθεση και ματιά, και το αποτέλεσμα ένα κινηματογραφικό ποίημα ακατάτακτο αλλά γοητευτικότατο, συναρπαστικό, που συμβάλλει στην παρουσίαση (ίσως και στην αποδόμηση) του αμερικανικού μύθου.

Η Μαρία Πάλλα είναι ιστορικός και συγγραφέας. Έχει εκδώσει δύο βιβλία τα οποία είναι οι “Απώλειες” (διηγήματα) και η “Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα” (μυθιστόρημα). Επίσης μόλις κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της “Οι Αρχάριες”. Παράλληλα στο διαδίκτυο έχουν δημοσιευθεί διάφορα διηγήματα και νουβέλες της.

You May Also Like

Δεν Υπάρχουν Σχόλια