Movie Time: Τα παιδιά της χορωδίας – Les choristes

Τα παιδιά της χορωδίας (Les choristes, Γαλλία-Γερμανία-Ελβετία 2004) του Christophe Barratier,
με τους Gérard Jugnot, François Berléand, Jean-Baptiste Maunier, Kad Merad, Jean-Paul Bonnaire, Jacques Perrin.

Στα παλιά ημερολόγια προσώπων που έχουν φύγει από τη ζωή – προσφιλών ή όχι, δεν έχει σημασία – ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος που αποτελεί πλέον παρελθόν. Συνεπαίρνει μια γλυκειά νοσταλγία αυτόν που τα διαβάζει· ξαναθυμάται γεγονότα που κρίνει τώρα με την πείρα που απέκτησε από τη ζωή. Όταν όμως πέσει στα χέρια του το ημερολόγιο του παλιού δασκάλου, που μάλιστα όχι απλώς αναφέρει σ’ αυτό τον μαθητή του, αλλά και τον καθιστά κέντρο του ενδιαφέροντός του, αυτό πια δεν αποτελεί μονάχα ανέλπιστη σπάνια τύχη, αυτό τείνει να ανατρέψει πολλά απ’ όσα νομίζει ότι γνωρίζει για τον εαυτό του, τη ζωή του και την πορεία του.

Είναι η περίπτωση του καταξιωμένου και σε ώριμη ηλικία αρχιμουσικού Πιερ Μοράνζ, ο οποίος υπήρξε τρόφιμος σχολείου για δυστυχισμένα παιδιά, ορφανά του πολέμου και της κατοχής, εγκαταλελειμμένα, παιδιά ανύπανδρων μητέρων. Το σχολείο-οικοτροφείο λειτουργούσε ως σωφρονιστικό ίδρυμα· ακόμα κι η ονομασία του Fond de l’ étang (Ο βυθός του έλους) είναι ενδεικτική. Μια αναπαράσταση του τέλους της δεκαετίας του ’40 στη Γαλλία, μια ταινία για την παιδική ηλικία και για έναν δάσκαλο που επιχειρεί να πλησιάσει τους ατίθασους μαθητές του κι αγωνίζεται να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.
1949. Στο σχολείο φθάνει ο νέος επόπτης Κλεμάν Ματιέ, αποτυχημένος μουσικός, όπως αυτοαποκαλείται στο ημερολόγιό του. Η πρώτη εντύπωση από τη συμπεριφορά των παιδιών αλλά και από εκείνην του διευθυντή είναι αλγεινή. Η σκληρότητα προς τα παιδιά μα και προς τους υφισταμένους, καθημερινή ρουτίνα. Σκέφτεται πως δεν είναι τρόπος διαπαιδαγώγησης αυτός, αλλά κι ούτε μπορούν να συμβιώσουν εκεί μέσα όλοι τους. Και στην προσπάθεια να κάνει κάτι γι’ αυτά τα παιδιά, καταφεύγει και πάλι στη μουσική, ενώ την είχε εγκαταλείψει. «Ποτέ δεν πρέπει να λέμε ποτέ. Πάντα μπορούμε κάτι να κάνουμε» πιστεύει, και δημιουργεί μια μικρή χορωδία – η μουσική του Bruno Coulais εξαίσια – και τους μαθαίνει «απλά» τραγούδια που γράφει ο ίδιος, μόνο και μόνο για να τους μυήσει στη μαγεία της μουσικής και ενδεχομένως να τους ημερώσει: το τραγούδι για την συγκρότηση και την αυτοεκτίμηση, η διδασκαλία μέσα από την τέχνη. Το αποτέλεσμα εκπλήσσει και τον ίδιο. Ο καθηγητής των μαθηματικών, που σ’ αυτό το σωφρονιστήριο είχε ξεχάσει πως έπαιζε πιάνο, σπεύδει να συνδράμει. Ο θεατής έχοντας ακούσει τα “Vois sur ton Chemin”, “Κύριε ελέησον”, “Caresse sur l’Océan”, “Oh nuit” και “Cerf-Volant” μένει με την εντύπωση πως δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι είναι.


Χάρη σ’ αυτόν τον δάσκαλο και στα τραγούδια που τους μαθαίνει, τα παιδιά διαπιστώνουν ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος χωρίς την αποτυχία, την υποτίμηση, το πειθαρχείο και τις ποινές, ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι δημιουργούν, συνεργάζονται, σέβονται και βοηθούν ο ένας τον άλλον, ένας κόσμος και γι’ αυτούς, όπως δείχνει η πορεία του Πιερ Μοράνζ, αλλά και του μικρού Πεπινό. Ένας αποτυχημένος μουσικός προσπαθεί μέσα σ’ ένα περιβάλλον από κάθε άποψη ενάντιο να μεταμορφώσει τον κόσμο γύρω του. Και η διδασκαλία του δεν περιορίζεται στη μουσική, δίνει μαθήματα ζωής, διότι σκύβει πάνω από τα καθημερινά προβλήματα των παιδιών, ενώ όλοι οι άλλοι τα έχουν εγκαταλείψει. Ο Clément Mathieu επιβάλλεται και διδάσκει τον σεβασμό σ’ αυτά τα παιδιά, που δεν τον ξέρουν. Μετά την αποπομπή του, θα συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο τη ζωή του, να διδάσκει μουσική ως το τέλος, χωρίς ποτέ να προσδοκά την παραμικρή αναγνώριση, «κρατώντας ό,τι έκανε για τον εαυτό του και για τον μικρό Πεπινό», διότι πήρε μαζί του το μικρό ορφανό φεύγοντας από εκείνον τον τόπο της δοκιμασίας. Αυτά αναπολεί ο αρχιμουσικός πια Μοράνζ, με βάση όσα ο ίδιος ο Πεπινό του έχει διηγηθεί εκτός σεναρίου.


Η ταινία βασίστηκε στην παλιά εκείνη του Ζαν Ντρεβίλ «Το κλουβί με τα αηδόνια» (1945) και κατά τη γνώμη μου την υπερβαίνει, από την άποψη ότι εκείνη επικεντρώνεται περισσότερο στη ζωή και τη δράση του ήρωα, και το κομμάτι της παιδικής χορωδίας αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη ζωή του, σημαντικό κι επιτυχημένο, που οδηγεί σε αίσιο τέλος. Οι Choristes αποτελούν το επίκεντρο της ιστορίας και της εξέλιξης. Οι σκηνές της μελαγχολίας και του δράματος εναλλάσσονται με σκηνές κωμικές και περιστατικά διασκεδαστικά. Το απλό ανεπιτήδευτο ύφος κι ένα είδος μετριοφροσύνης και ταπεινότητας που αποπνέουν όλες οι σκηνές, κι ας περιγράφονται σ’ αυτές συγκλονιστικά συμβάντα, εξηγούν και την τεράστια επιτυχία της ταινίας αυτής, που λατρεύτηκε όπου κι αν προβλήθηκε. Μια μικρή ανθρώπινη περιπέτεια χωρίς ίχνος στόμφου και εύκολου συναισθηματισμού, απόλυτα αυθεντική. Η ιστορία του Christophe Barratier μας δείχνει αυτό που μπορούν να πετύχουν οι ταπεινοί κι ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ικανότητες και αξία, αν και υποτιμημένοι, αν και τους απελπίζουμε, σ’ έναν κόσμο που αφοσιώνεται όλο και πιο πολύ στο φαίνεσθαι, όχι στο είναι. Και δείχνει επίσης ότι πάντα υπάρχει ελπίδα για τις νέες γενιές, αξιοποιώντας τα συναισθήματα, την τρυφερότητα, τη συγκίνηση, την αλληλεγγύη, τον αλληλοσεβασμό.

 

Η Μαρία Πάλλα είναι ιστορικός και συγγραφέας. Έχει εκδώσει δύο βιβλία τα οποία είναι οι “Απώλειες” (διηγήματα) και η “Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα” (μυθιστόρημα). Επίσης μόλις κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα της “Οι Αρχάριες”. Παράλληλα στο διαδίκτυο έχουν δημοσιευθεί διάφορα διηγήματα και νουβέλες της.

 

You May Also Like

Δεν Υπάρχουν Σχόλια